εφέτης

εφέτης
ο член апелляционного суда;
πρόεδρος Ηδν председатель апелляционного суда

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εφέτης" в других словарях:

  • ἐφέτης — commander masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφέτης — ο (ΑΜ ἐφέτης) ανώτερος δικαστής που δικάζει τις εφέσεις νεοελλ. δικαστικός λειτουργός που αποτελεί μέλος τού εφετείου μσν. αρχ. 1. ηγεμόνας, άρχοντας (α. «στυμφελοῑς ἐφέταις», Αισχύλ. β. μτφ. «ἐκκλησίας δομῆτορ... τῶν ἐφετών ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν …   Dictionary of Greek

  • εφέτης — ο δικαστής του εφετείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφετῆς — ἐφετός desirable fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτην — ἐφέτης commander masc acc sg (attic epic ionic) ἐφίημι send to aor ind act 3rd dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτου — ἐφέτης commander masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτῃ — ἐφέτης commander masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέται — commander masc nom/voc pl ἐφέτης commander masc nom/voc pl ἐφέτᾱͅ , ἐφέτης commander masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτας — ἐφέτᾱς , ἐφέται commander masc acc pl ἐφέτᾱς , ἐφέτης commander masc acc pl ἐφέτᾱς , ἐφέτης commander masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • éfeta — (Del hebreo hephethaj, ábrete.) ► adverbio Con obstinación y terquedad. * * * éfeta (del gr. «ephétēs») m. Nombre dado a ciertos *jueces de la antigua Atenas. * * * éfeta. (Del gr. ἐφέτης). m. Cada uno de los varios jueces que hubo antiguamente… …   Enciclopedia Universal

  • ίημι — ἵημι (Α) 1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.) 2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.) 3. στέλνω, αποστέλλω 4.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»